Εκείνο το καλοκαίρι η Μαριώ κάρφωνε κάθε βράδυ το βλέμμα της στον ουρανό.
Μέσα στο απέραντο σκοτεινο γαλάζιο του διάλεγε ένα αστέρι και το έκανε δικό της.
Εστηνε εκεί Πυργους και παλάτια μαγικά, κήπους λουλουδιασμενους. Πότιζε γλάστρες και γιασεμιά σκάλιζε τριανταφυλλιές. Κάθε βράδυ ένα αστέρι έπαιρνε ζωή και μυρωδιά, χρώματα και ήχους από τα γέληα και τα τραγούδια της Μαριώς.
Κάθε βράδυ τα αστέρια περιμεναν καρτερικά το βλέμμα της Μαριώς να τα διαλέξει και να τα ζωντανέψει.
Μα εκείνο το βράδυ το ξεχωριστο κι αλλιώτικο ένα αστέρι πεισματάρικο και λαμπερό είπε γκρινιάρικα και θυμωμένα στα άλλα.
«Δεν θέλω! Δεν θέλω σας λέω! Αρνουμαι να με διαλέξει η τρελλή. Αρνούμαι για ένα μόνο βράδυ να πάρω ζωή απ την ζωή της, γέληο από το γέληο της, χαρά απ την χαρά της. Σαν με διαλέξει εγώ θα σβήσω.»
Αυτά είπε το λαμπερό περήφανο αστέρι κι έλαμψε ακόμα πιο πολύ.
Η Μαριώ φάνηκε στο παραθύρι. Για μια ακόμη βραδυά σήκωσε τα μάτια της ψηλά. Χαμογέλασε στο φεγγάρι λούστηκε με τις ακτίνες του, σήκωσε το χέρι της ψηλά και με το δάχτυλο τεντωμένο έδειξε….. ναι έδειξε όπως έκανε κάθε βράδυ.
Με εκπληξη μεγαλη η Μαριώ είδφε το αστέρι εκείνης της βραδυάς να σβήνει. Λες και κάποιος να πάτησε έναδιακόπτη το αστέρι έσβησε σαν καμμένο λαμπιόνι.
Εκπληκτη η Μαριώ ανοιγόκλεισε τα μάτια της.
«Θα κλείσω τα μάτια για μια φορά κι αν τα ανοιξω είπε θα σε δώ»
«Θα κλείσω τα μάτια μια φορά κι αν τα ανοίξω θα είσαι εκει και θα με περιμένεις» είπε η Μαριώ στον τρελλό επαναστάτη.
Το αστέρι πεισματαρικο χάθηκε στα σκοτάδια του. Εμεινε άφωνο και σβηστο ακινητο και αλύγιστο στην σκληρή του αποφαση.
Πείσμα η Μαριώ, πείσμα το αστέρι.
Το πείσμα της Μαριώς έγινε κλάμμα γοερό.
«Αναψε να σε χαρώ» του φώναζε κλαίγοντας «άναψε να στήσω το σπιτικό μου»
Δεν με χωρά ο τόπος εδώ. Με πνίγουν οι τοίχοι με πνίγουν τα παράθυρα με πνίγουν οι κουρτίνες. Με πνιγουν τα ντουλάπια, τα έπιπλα, οι μυρωδιές. Αναψε να σε χαρώ και ασε με να σε φτάσω. Με πονά το εδώ, με ξαποσταίνει το εκεί.
Κουράστηκα εδώ θέλω να έρθω εκεί.»
Το αστέρι σαν γνήσιος επαναστάτης αμετάκλητος στην απόφασή του. Σκοτεινό και πεισματάρικο. Ακουγε το κλάμμα της Μαριώς και αρνιόταν να κάνει πίσω.
«Το αστέρι του όχι και του μη» αυτό ήταν το όνομά του.
Και εκείνη την μαγική στιγμή το αστέρι με ανθρώπινη μιλιά ψυθίρισε στην Μαριώ.
«Αν θες να ανάψω για σένα, αν θες να σ αφήσω να έρθεις κοντά θα μάθεις δυο λέξεις που δεν τις γνωρίζεις
«ΟΧΙ» και «ΜΗ» θα μάθεις να λές ΟΧΙ σε ότι δεν θέλεις και ΜΗ σε ότι σε πονά.
Η Μαριώ ακουσε τα λόγια του επαναστάτη με προσοχή. Αποκοιιμήθηκε στο πάτωμα πλάι στο παραθύρι μέχρι που ο ήλιος φώτισε το δωμάτιο.
«ΟΧΙ» είπε το πρωι σανν της ειπε ο κύρης «γυναίκα καφέ» κι αλλαξε πλευρό και συνέχισε να κοιμάται.
«ΟΧΙ?» ο κύρης έμεινε άφωνος να την κοιτά και έφυγε θυμωμένος.
«ΜΗ» είπε το βράδυ η Μαριώ σαν ο κύρης άπλωσε το πεινασμένο χέρι του με θράσσος στο στήθος της. ΚΙ εκεινος γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε θυμωμένος.
Η Μαριώ χαμογέλασε περήφανα έλεγε και ξανάλεγε δύο λέξεις σαν μωρό που μπαμπάλιζε….
ΟΧΙ ----- ΜΗ ΜΗ------- ΟΧΙ
Και ξάφνου ένοιωσε λεύτερη στους τοίχους του σπιτιού.
Τα παράθυραν έγιναν μονοπάτια, τα ντουλάπια σεντούκια με θησαυρούς τα ταβάνια ουρανός.
Η Μαριώ ανέβηκε πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα και με τα ακροδάχτυλα έφτασε το ταβάνι…..
ΖΗΤΩ!!!! Εχω δικό μου ουρανό δικό μου και τον φτάνω. Εχω σπιτικό που πατάει στην γής.
«ΜΗ ΟΧΙ» «ΟΧΙ ΜΗ»
Η Μαριώ γύρναγε λεύτερη μέσα στο σπιτικό της και έκανε σχέδια πως το άλλο πρωινό θα φύτευε γιασεμιά και τριανταφυλλιές στης αυλή της.
Στάθηκε εκεί στην άκρη στο παραθύρι έκλεισε πονηρά το μάτι στον λαμπερο επαναστάτη στο αστέρι του ΟΧΙ και του ΜΗ.
Ευχαριστώ του είπε. Ευχαριστώ που μου είπες το όνομα σου κι εμαθα δυο λέξεις άγνωστες.
Κυρά κι αφέντρα η Μαριώ αποκοιμήθηκε περήφανη και χαμογελαστή χαμένη στα χρωματιστά όνειρά της.
ΟΧΙ - ΜΗ έλεγε και ξανάλεγε και χαιρόταν την ελευθερία της.


